Τρεις μύθοι και τρία μαθήματα από την Ιρανική Επανάσταση του 1978-79

This image has an empty alt attribute; its file name is %CE%B5%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CC%81%CE%BD%CE%B1_Viber_2022-02-10_17-40-32-777.jpg

Πριν από μερικές ημέρες, στις 11 Φλεβάρη συμπληρώθηκαν 43 χρόνια από την Ιρανική επανάσταση που οδήγησε στην ανατροπή του Σάχη (βασιλιά). Με αυτήν την αφορμή, δημοσιεύουμε μετάφραση άρθρου του σ. Morad Shirin, στελέχους της Ιρανικής Επαναστατικής Μαρξιστικής Τάσης, που καταπιάνεται με τα ιστορικά γεγονότα και τα συμπεράσματά τους για τη σημερινή εργατική τάξη του Ιράν.

Τα παρακάτω κείμενα βασίζονται σε ομιλίες που έγιναν σε εκδηλώσεις ριζοσπαστικών σοσιαλιστικών οργανώσεων στη Βρετανία, με αφορμή την τριακοστή (2009) και την τριακοστή έβδομη (2016) επέτειο της ιρανικής επανάστασης.

Η ανατροπή της μοναρχίας 2.500 ετών που πραγματοποιήθηκε το 1979 έφερε το Ιράν στο επίκεντρο της προσοχής των ανθρώπων σε πολλά μέρη του κόσμου. Ωστόσο, αυτό στο οποίο επικεντρώνονται πολλοί ειδικοί, δημοσιογράφοι και ακαδημαϊκοί, είναι οι κινήσεις δύο προσώπων: ότι ο Σάχης εγκατέλειψε για πάντα τη χώρα στις 16 Ιανουαρίου και ότι την 1η Φεβρουαρίου ο Αγιατολάχ Χομεϊνί επέστρεψε στο Ιράν και τον υποδέχθηκαν πάνω από τρία εκατομμύρια άνθρωποι. Αυτή η οπτική έχει συμβάλλει στη δημιουργία πολλών μύθων γύρω από την ιρανική επανάσταση. Οι τρεις πιο διαδεδομένοι μύθοι αφορούν στο ότι: 

  1. επρόκειτο για μια «ισλαμική επανάσταση»
  2. ήταν ενάντια στην ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό
  3. οι κληρικοί και το καθεστώς τους ήταν «αντιιμπεριαλιστές».

Ο Σάχης εκδιώχθηκε από ένα επαναστατικό κίνημα των καταπιεσμένων μαζών του Ιράν και ιδίως των εργατών. Η εξέγερσή τους δεν ήταν μια εξέγερση κατά του εκσυγχρονισμού, της εκβιομηχάνισης και της προόδου, αλλά μια επανάσταση κατά της καπιταλιστικής ανάπτυξης που δεν μπορούσε να καλύψει ούτε καν τις βασικές τους ανάγκες. Δεν είχαν στόχο να αντικαταστήσουν τη βασιλική δικτατορία με μια ισλαμική. Το ισλαμικό καθεστώς που τελικά εγκαθιδρύθηκε, στην πραγματικότητα ενσαρκώνει την ήττα της επανάστασης από την πιο αντιδραστική μορφή καπιταλιστικής κυριαρχίας. 

Στη συνέχεια εξετάζουμε τους τρεις βασικούς μύθους γύρω από την ιρανική επανάσταση σε μεγαλύτερο βάθος.

Πρώτος Μύθος: Μια «ισλαμική επανάσταση»

Αυτό που όλοι οι ειδήμονες «ξεχνούν» είναι ότι η ιρανική επανάσταση περιελάμβανε ένα μαζικό κίνημα με έναν σαφώς, αν και πολύ συγκεχυμένο, «αντιιμπεριαλιστικό» και ακόμη και «αντικαπιταλιστικό» χαρακτήρα. Το κρίσιμο στοιχείο του ήταν η εργατική τάξη, ιδιαίτερα οι εργάτες στα διυλιστήρια, οι οποίοι έδωσαν ένα αποφασιστικό χτύπημα στο καθεστώς του Σάχη προχωρώντας σε απεργία η οποία είχε καθολική συμμετοχή. Προέβαλαν οικονομικά και πολιτικά αιτήματα που στόχευαν στο τέλος του καθεστώτος που συγκροτήθηκε με τη στενή βοήθεια των ΗΠΑ και της Βρετανίας μετά το πραξικόπημα των μυστικών τους υπηρεσιών (CIA-MI6) το 1953.

Δύο σημαντικά γεγονότα έλαβαν χώρα κατά την περίοδο 1978-79 που δείχνουν σαφώς ότι δεν επρόκειτο για μια «ισλαμική επανάσταση». 

Πρώτον, ξεκινώντας από τον Σεπτέμβριο του 1978, υπήρξε ένα μαζικό απεργιακό κίνημα. Κάθε νίκη αυτού του κινήματος ωθούσε κι άλλους εργαζόμενους στη μάχη για περισσότερες διεκδικήσεις. Συχνά, μετά από μια νικηφόρα απεργία, οι εργάτες ενός εργοστασίου απεργούσαν ξανά όταν έβλεπαν ότι άλλοι εργάτες είχαν καταφέρει να κατακτήσουν περισσότερα δικαιώματα. Οι απεργίες οργανώνονταν από απεργιακές επιτροπές (που ονομάζονταν shora ή συμβούλιο) των εργατών και όχι από το ισλαμικό κίνημα. Η πιο σημαντική shora ήταν η επιτροπή πετρελαίου και χάλυβα στην επαρχία Κουζεστάν (στο νοτιοδυτικό Ιράν).

Το κίνημα αυτό εξελίχθηκε σε γενική απεργία, στην οποία συμμετείχαν συνολικά 1,5 εκατομμύριο βιομηχανικοί εργάτες, εργάτες γης και υπάλληλοι. Τα συμβούλια/shoras προέβαλαν όλο και περισσότερο πολιτικά καθώς και οικονομικά αιτήματα. Για παράδειγμα, στις 31 Οκτωβρίου του 1978, όταν πάνω από 30.000 εργάτες διυλιστηρίων κατέβηκαν σε απεργία, τα αιτήματά τους περιλάμβαναν τον τερματισμό του στρατιωτικού νόμου (που κηρύχθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου) την απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων και τη σύλληψη του στρατηγού Νασίρι, πρώην επικεφαλής της SAVAK (της μυστικής αστυνομίας).

Δεύτερον, στις 10 Φεβρουαρίου του 1979, αντάρτες από τους Μουτζαχεντίν του Λαού και τους Φενταγίν του Λαού (μια γκεβαρική ομάδα) παρείχαν σημαντική υποστήριξη στους τεχνικούς της Πολεμικής Αεροπορίας (homafar) στην αεροπορική βάση Doshan Tappeh (που βρίσκεται κοντά στην πρωτεύουσα Τεχεράνη) που δεχόταν επιθέσεις από την Αθάνατη Φρουρά του Σάχη.

Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων οι homafar άνοιξαν το οπλοστάσιο και οι κάτοικοι αυτής της εργατικής περιοχής στη νοτιοανατολική Τεχεράνη εξοπλίστηκαν. Η Αθάνατη Φρουρά ηττήθηκε και ο ένοπλος λαός προχώρησε στην κατάληψη επτά αστυνομικών τμημάτων. Την επόμενη μέρα, στις 11 Φεβρουαρίου, πέρασαν στα χέρια του λαού περισσότερα αστυνομικά τμήματα, σταθμοί της μυστικής αστυνομίας SAVAK και μια στρατιωτική βάση, καθώς και οι τηλεοπτικοί και ραδιοφωνικοί σταθμοί και το παλάτι του Σάχη. Οι πολιτικοί κρατούμενοι απελευθερώθηκαν και η ισραηλινή πρεσβεία μετατράπηκε σε παλαιστινιακή πρεσβεία. Ο στρατός δήλωσε την ουδετερότητά του, γεγονός που αποτέλεσε το τελικό χτύπημα στην εξουσία του Σάχη.

Σε εκείνη τη φάση ο Χομεϊνί, βλέποντας ότι έπρεπε να προλάβει τις ένοπλες μάζες και να προσπαθήσει να τις συγκρατήσει, είπε: «Δεν δώσαμε εντολή για τζιχάντ»! (στμ: τζιχάντ σημαίνει «ιερός πόλεμος», στη συγκεκριμένη περίπτωση αναφερόταν ενάντια στο καθεστώς του Σάχη.)

Είναι σαφές ότι ούτε η γενική απεργία, ούτε η ένοπλη εξέγερση ελέγχονταν από τους υποστηρικτές του Χομεϊνί. Δεν έπαιξαν καν σημαντικό ρόλο στην οργάνωσή τους.

Δεύτερος Μύθος: Η απόρριψη της ανάπτυξης και του εκσυγχρονισμού

Τα αιτήματα που έθεσαν οι εργάτες και άλλα καταπιεσμένα στρώματα δείχνουν σαφώς ότι το κίνημα αυτό δεν απέρριπτε την πρόοδο, την ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό. Στην πραγματικότητα, το επαναστατικό ξέσπασμα δεν ήρθε σε μια φάση γρήγορων ρυθμών ανάπτυξης και προόδου – το αντίθετο. Η επαναστατική κατάσταση στο Ιράν αντιπροσώπευε τα όρια της καπιταλιστικής ανάπτυξης σε μια χώρα που κυριαρχείται από τον ιμπεριαλισμό. Ήταν μια ανάπτυξη υποτονική και περιορισμένη. Ενώ κατέστρεφε τις παραδοσιακές μορφές παραγωγής, ταυτόχρονα η ανάπτυξη -σε μια καθυστερημένη καπιταλιστική χώρα- σήμαινε ότι εκατομμύρια άνθρωποι οδηγούνταν από τα χωριά τους προς τις πόλεις και κατέληγαν στις συνωστισμένες παραγκουπόλεις στην περιφέρειά τους. Χωρίς καμία ελπίδα να βρουν δουλειά ή να έχουν βασικές κοινωνικές παροχές για τους ίδιους και τις οικογένειές τους, πολλοί από αυτούς, αντί να προλεταριοποιηθούν, εξαθλιώθηκαν.

Η εξαθλίωση για πλατιά στρώματα της κοινωνίας, τα οποία δεν είχαν πρόσβαση σε κανονική εργασία και αδυνατούσαν να καλύψουν τις ανάγκες τους, σε συνδυασμό με την άγρια καταστολή κάθε δράσης της εργατικής τάξης, δημιούργησε ρήγματα στο εσωτερικό του κινήματος. Η παραπάνω κατάσταση, σε συνδυασμό με τις προδοσίες της «Αριστεράς», άνοιξαν το δρόμο για τη συντριβή των κινημάτων των εργαζομένων, των γυναικών, των εθνικών μειονοτήτων, της νεολαίας, των φτωχών αγροτών κ.ο.κ. Αυτή η αποτυχία να ενσωματωθούν τα μικροαστικά στρώματα και οι φτωχοί των πόλεων καλύτερα στην εργατική τάξη, έδωσε στο επαναστατικό κίνημα τον αρχικό ριζοσπαστισμό του, ο οποίος στη συνέχεια ήταν ευάλωτος στην πιο αντιδραστική μορφή της αντεπανάστασης.

Τρίτος Μύθος: Ο «αντιιμπεριαλιστικός» κλήρος και το «αντιιμπεριαλιστικό» καθεστώς

Ο σιιτικός κλήρος, ο οποίος παραδοσιακά αποτελούσε πυλώνα του κατεστημένου, είχε περιθωριοποιηθεί από τον καπιταλιστικό εκσυγχρονισμό και τη βιομηχανική ανάπτυξη του Ιράν, ιδίως μετά τις μεταρρυθμίσεις της «Λευκής Επανάστασης» του Σάχη (στμ: μια σειρά μέτρα στην οικονομία και υιοθέτηση δυτικών προτύπων). Για παράδειγμα, οι μουλάδες ήταν κάποτε οι κυριότεροι γαιοκτήμονες της χώρας, αλλά είχαν χάσει το μεγαλύτερο μέρος αυτών των γαιών λόγω των αγροτικών μεταρρυθμίσεων του Σάχη. Αυτή η αντιδραστική δύναμη ήταν επίσης αντίθετη και σε άλλες πτυχές της «Λευκής Επανάστασης» – ιδιαίτερα στο δικαίωμα στην ψήφο των γυναικών. 

Ωστόσο, δεδομένου ότι η δικτατορία του Σάχη είχε συντρίψει όλα τα πολιτικά κινήματα (ακόμη και εκείνα των μοναρχικών που ζητούσαν μεταρρυθμίσεις) ο κλήρος μπόρεσε να χρησιμοποιήσει το δίκτυο των τζαμιών και των θρησκευτικών ιδρυμάτων του για να προωθηθεί και να γίνει πόλος έλξης για πολλούς απογοητευμένους και φτωχούς ανθρώπους.

Η μεγαλύτερη τραγωδία της ιρανικής επανάστασης ήταν ότι η αντεπανάσταση μπόρεσε να αναλάβει την ηγεσία του επαναστατικού κινήματος: κατάφερε να βρεθεί στην καλύτερη θέση για να επιφέρει την αιματηρή και άγρια ήττα της. Ένα κίνημα που αντιπροσώπευε μεγάλα τμήματα όλων των εκμεταλλευόμενων και καταπιεσμένων στρωμάτων της κοινωνίας, ένα κίνημα που περιελάμβανε κινητοποιήσεις στους δρόμους δέκα εκατομμυρίων ανθρώπων (το ένα τέταρτο του πληθυσμού!) γνώρισε τη συντριβή εξαιτίας και μόνο αυτού του γεγονότος!

Αυτό επιτεύχθηκε με διάφορους τρόπους. 

Πρώτον, η πιο αντιδραστική μορφή της αστικής αντεπανάστασης στην ιστορία έπρεπε να υιοθετήσει ένα «ριζοσπαστικό» πρόσωπο και μια «αντιιμπεριαλιστική» -ακόμη και «αντικαπιταλιστική»- ρητορική και δράση για να μπορέσει να αναλάβει την ηγεσία του κινήματος. Από το να στοχοποιήσει οτιδήποτε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «επιρροή της Δύσης» μέχρι το να καταλάβει την Πρεσβεία των ΗΠΑ, ο σιιτικός κλήρος κατάφερε να ξεπεράσει την «Αριστερά» και, σε πολλές περιπτώσεις, να την αναγκάσει να ακολουθήσει τα βήματά του. Δυστυχώς, οι αυταπάτες σχετικά με τον «προοδευτικό», «ριζοσπαστικό» ή «αντιιμπεριαλιστικό» χαρακτήρα του σιιτικού κλήρου και του καθεστώτος του -που στην πραγματικότητα ήταν μια μοναδική μορφή καπιταλιστικής δικτατορίας- ήταν ευρέως διαδεδομένες. Επηρέασαν από τον Γάλλο φιλόσοφο Μισέλ Φουκώ, ο οποίος αποκάλεσε τον Χομεϊνί «άγιο», μέχρι και αρκετές βρετανικές φιλο-τροτσκιστικές οργανώσεις.

Οι περισσότερες δυνάμεις της «Αριστεράς», η οποία στην καλύτερη περίπτωση ήταν αιχμάλωτη της σταλινικής αντίληψης της «Θεωρίας των Σταδίων» (διαβάστε περισσότερα εδώ) και στη χειρότερη περίπτωση ενεργητικός σύμμαχος του κλήρου, δεν έδωσε ποτέ καμία σημασία στο χτίσιμο, την ανάπτυξη και τελικά στην ενοποίηση των ανεξάρτητων οργανώσεων της εργατικής τάξης. Σε μια εποχή που οι εργάτες δημιουργούσαν τα shoras, τα οποία έλεγχαν την παραγωγή και, σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και τη διανομή, αυτοί οι «ηγέτες» ανησυχούσαν περισσότερο για το να κατοχυρώσουν τη δική τους «εξουσία» σε ένα τμήμα του κινήματος, σε βάρος της ενότητας και της ανάπτυξής του!

Δεύτερον, όπου η δημαγωγία δεν απέδωσε, οι μουλάδες δημιούργησαν τις «επαναστατικές φρουρές» τους και διάφορα άλλα παραστρατιωτικά σώματα για να συντρίψουν τα εργατικά και άλλα κινήματα. Είναι πολύ σημαντικό να θυμόμαστε πώς συνέτριψαν αυτά τα κινήματα: δημιουργώντας τα δικά τους, ανταγωνιστικά κινήματα μεταξύ των γυναικών, των φοιτητών και ούτω καθεξής. 

Η ιρανική επανάσταση έδωσε επίσης στους εργαζόμενους σημαντικά μαθήματα για τις μελλοντικές επαναστατικές εξελίξεις. Τα τρία βασικά μαθήματα περιλαμβάνουν: τη στρατηγική της σοσιαλιστικής επανάστασης, την οικοδόμηση ενός κόμματος της πρωτοπορίας πριν από την επαναστατική εξέγερση και την ανεξαρτησία των μαζικών οργανώσεων.

Μάθημα Πρώτο: Η στρατηγική της σοσιαλιστικής επανάστασης 

Η μεγάλη πλειοψηφία της ιρανικής «Αριστεράς» πριν από την επανάσταση κινούνταν στον μαοϊκό χώρο. Όχι μόνο δεν θεωρούσαν το Ιράν καπιταλιστική χώρα, αλλά το αποκαλούσαν ημιφεουδαρχική-ημιαποικιακή χώρα. Δεν έβλεπαν την πετρελαϊκή βιομηχανία, την αυτοκινητοβιομηχανία, τον υπόλοιπο βιομηχανικό τομέα της χώρας, δεν έβλεπαν ότι η εργατική τάξη είχε εξελιχθεί σε σημαντική δύναμη στην κοινωνία. Όταν λοιπόν η κατάσταση εξελίχθηκε σε επαναστατική, κάποιοι από αυτούς είπαν ακόμη και ότι επρόκειτο για «ιμπεριαλιστική συνωμοσία»! Απλά δεν μπορούσαν να κατανοήσουν τι συνέβαινε στην κοινωνία. Σύμφωνα με την αντίληψή τους, η ταξική πάλη στο Ιράν από τη φύση της δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια επαναστατική κατάσταση. 

Η ιρανική «Αριστερά» γενικά δεν πίστευε ότι το Ιράν ήταν ώριμο για μια σοσιαλιστική επανάσταση, ή ότι η εργατική τάξη ήταν αρκετά ισχυρή ώστε να πραγματοποιήσει μια τέτοια επανάσταση που θα μπορούσε να ανατρέψει την εξουσία των καπιταλιστών και να οικοδομήσει ένα σοσιαλιστικό κράτος. Στόχευαν σε μια αστική δημοκρατική επανάσταση (με τη μία ή την άλλη μορφή) και ως εκ τούτου είχαν αυταπάτες για την «εθνική άρχουσα τάξη», την θεωρούσαν προοδευτική, ή ακόμη και επαναστατική τάξη. Αυτό οδήγησε στην ήττα τους και, δυστυχώς, στον θάνατο πολλών μελών τους. (Ακόμη και σήμερα δυστυχώς, το μεγαλύτερο μέρος της ιρανικής «Αριστεράς» εξακολουθεί να πιστεύει σε μια αστικοδημοκρατική επανάσταση. Μάλιστα χρησιμοποιούν αποσπάσματα από τον Λένιν πριν από το 1917 για να δικαιολογήσουν αυτή τη χρεοκοπημένη στρατηγική. Χρησιμοποιούν όμως και νεώτερα κείμενα προκειμένου να δικαιολογήσουν τη συνέχιση της αποτυχημένης πολιτικής που είχε τόσο καταστροφικά αποτελέσματα το 1979).

Ωστόσο, όσοι χρησιμοποιούν τον επαναστατικό μαρξισμό ως εργαλείο ανάλυσης, αντιλαμβάνονται ότι αυτές οι θεωρίες παρουσιάζουν σοβαρά κενά και οδηγούν σε προδοσίες. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια μενσεβίκικη αντίληψη. Ακόμη και το 1937, στο βιβλίο «Τα μαθήματα της Ισπανίας: η τελευταία προειδοποίηση», ο Τρότσκι έγραφε ότι στην Ισπανία υπήρχαν δύο προγράμματα: «το πρόγραμμα της διάσωσης με κάθε κόστος της ατομικής ιδιοκτησίας από το προλεταριάτο» και «το πρόγραμμα της κατάργησης της ατομικής ιδιοκτησίας μέσω της κατάκτησης της εξουσίας από το προλεταριάτο». Σχεδόν όλη η ιρανική «Αριστερά», εκτός από μια τροτσκιστική ομάδα, προσπάθησε να κάνει το πρώτο: προσπάθησαν να σώσουν την ατομική ιδιοκτησία (ακόμα κι αν οι ίδιοι δεν είχαν απαραίτητα επίγνωση του τι έκαναν). Ωστόσο ο δρόμος που πήραν, αυτός της δημοκρατικής επανάστασης, οδηγούσε ακριβώς σε αυτό. Στο ίδιο κείμενο, ο Τρότσκι εξηγεί πως όσο περισσότερα είναι τα αστικοδημοκρατικά καθήκοντα που έχουν μείνει ανολοκλήρωτα, τόσο πιο επιτακτική είναι η ανάγκη της σοσιαλιστικής επανάστασης, καθώς αυτά τα καθήκοντα μπορούν να ολοκληρωθούν μόνο από την εργατική τάξη. Είναι απαραίτητο η εργατική τάξη να καταλάβει την εξουσία για να εκπληρώσει τα δημοκρατικά αιτήματα που η αστική τάξη είναι εντελώς ανίκανη να πραγματοποιήσει.

Κάποιοι εκπρόσωποι της ιρανικής «Αριστεράς» δικαιολόγησαν τη στρατηγική της αστικοδημοκρατικής επανάστασης, δηλαδή τη θεωρία των δύο σταδίων της επανάστασης, ισχυριζόμενοι ότι το ιρανικό προλεταριάτο είχε υποτίθεται χαμηλό επίπεδο συνείδησης. Επομένως, πρώτα έπρεπε να γίνει μια δημοκρατική επανάσταση, με συμμαχίες που μπορεί να περιλαμβάνουν ένα τμήμα της αστικής τάξης, ακόμη και στην ηγεσία της. Μόλις εγκαθιδρυόταν η αστική δημοκρατία, το προλεταριάτο θα μπορούσε να καλλιεργήσει τη συνείδησή του και να γίνει πιο ενεργό πολιτικά κ.ο.κ. Στη συνέχεια, στο μακρινό μέλλον θα μπορούσε να υπάρξει μια σοσιαλιστική επανάσταση. Αλλά φυσικά, κάθε φορά, σε κάθε χώρα, η στρατηγική των δύο σταδίων έχει οδηγήσει μόνο σε ένα πράγμα: στην ήττα.  

Η ιρανική «Αριστερά» δεν εξέτασε ποτέ σοβαρά την προοπτική της κατάκτησης της εξουσίας. Όπως έλεγε ο Λένιν τον Απρίλιο του 1917: «Το βασικό ζήτημα κάθε επανάστασης είναι αυτό της κρατικής εξουσίας». Αυτό δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό των διαφόρων μαοϊκών, αντάρτικων και σταλινικών οργανώσεων στο Ιράν. Απλά ήλπιζαν ότι αφού ξεφορτωθούν τον Σάχη, με κάποιο τρόπο όλα θα πήγαιναν προς το καλύτερο.

Επομένως, η στρατηγική της εργατικής τάξης πρέπει να είναι από την αρχή, αυτή της σοσιαλιστικής επανάστασης. Δεν υπάρχει καμία περίπτωση στην οποία θα μπορούσαμε να μιλάμε για δημοκρατική επανάσταση. Στο σημερινό Ιράν υπάρχουν πολλά δημοκρατικά καθήκοντα που μένουν ανεκπλήρωτα, συμπεριλαμβανομένων κάποιων πολύ βασικών αιτημάτων που οι εργαζόμενοι στην Ευρώπη θεωρούν δεδομένα. Αλλά μόνο η εργατική τάξη μπορεί να οδηγήσει στην κατάκτηση αυτών των δημοκρατικών αιτημάτων μέχρι τέλους.

Μάθημα Δεύτερο: Το επαναστατικό κόμμα της πρωτοπορίας 

Η εργατική τάξη χρειάζεται τη δική της επαναστατική, ανεξάρτητη ηγεσία, ξεκάθαρα διαχωρισμένη από όλες τις άλλες τάξεις και τα στρώματα της κοινωνίας.

Ανεξάρτητα από το τι κάνουμε εμείς, σε μεγάλο βαθμό οι αντικειμενικές συνθήκες για μια επανάσταση θα ωριμάσουν από μόνες τους. Εν συντομία, οι αντικειμενικές συνθήκες για μια επαναστατική κατάσταση είναι: πρώτον, η άρχουσα τάξη να βρίσκεται σε κρίση – δηλαδή να μην μπορεί να κυβερνήσει όπως πριν, με αποτέλεσμα να ξεσπά μαζική δυσαρέσκεια, με την αστική τάξη να μην μπορεί να βρει τρόπο διεξόδου από αυτή την κρίση. Δεύτερον, η φτώχεια και η εξαθλίωση των εκμεταλλευόμενων και καταπιεσμένων μαζών να γίνεται όλο και πιο έντονη και να φτάνει σε πρωτοφανή επίπεδα. Τρίτον, ο συνδυασμός της ωρίμανσης των παραπάνω συνθηκών να συνυπάρχει με ένα πολύ υψηλό επίπεδο δραστηριότητας των μαζών. Η πολιτική κρίση της άρχουσας τάξης και η γενική οικονομική και κοινωνική κρίση δηλαδή, να αναγκάζουν τις μάζες να αναλάβουν ανεξάρτητη δράση.

Το καθήκον των επαναστατών μαρξιστών είναι να προσθέσουν το μοναδικό στοιχείο -τον υποκειμενικό παράγοντα- που προφανώς λείπει από αυτή την κατάσταση. Ένα ανεξάρτητο επαναστατικό κόμμα που μπορεί να οδηγήσει την εργατική τάξη στην επανάσταση και τη νίκη. Ένα λενινιστικό κόμμα, ένα κόμμα που συγκεντρώνει στις γραμμές του την πρωτοπορία των εργαζομένων μαζών: τα καλύτερα στοιχεία της εργατικής τάξης, τους ανθρώπους που βγαίνουν μπροστά στις απεργίες, τους πιο προχωρημένους, συνειδητοποιημένους, μαχητικούς και έμπειρους εργαζόμενους. Ένα κόμμα οπλισμένο με ένα επαναστατικό πρόγραμμα που να βασίζεται στην εμπειρία της ρωσικής επανάστασης και των τεσσάρων πρώτων Συνεδρίων της Τρίτης Διεθνούς, καθώς και στις εμπειρίες των επαναστάσεων στη Γερμανία, την Ισπανία κ.ο.κ., και φυσικά του 1979 στο Ιράν.

Είναι επίσης σημαντικό να έχουμε κατά νου ότι η οικοδόμηση του επαναστατικού κόμματος της πρωτοπορίας των εργαζομένων δεν μπορεί να περιμένει μέχρι να χαλαρώσει η καταστολή και η καταπίεση. Δεν μπορεί να περιμένει μέχρι το καθεστώς να καταρρεύσει, ή μέχρι η μυστική αστυνομία να μην είναι σε θέση να εκτελέσει τις βρωμοδουλειές της, όπως για παράδειγμα η καταστολή των απεργιών. 

Πρέπει να βρισκόμαστε ανάμεσα στους εργαζόμενους, αν θέλουμε να αρχίσουμε να χτίζουμε μαζί τους τη μυστική βάση του κόμματος. Αυτή εξάλλου είναι και η φυσική μας θέση. Πρέπει να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη τους, προκειμένου να βάλουμε μαζί τις βάσεις για το χτίσιμο αυτού του κόμματος από την αρχή. Και αυτή είναι μια διαδικασία που πρέπει να ξεκινήσει από τώρα, παρότι η καταπίεση παραμένει σε υψηλά επίπεδα.

Οι εργαζόμενοι πρέπει να μας γνωρίσουν προκειμένου να μας εμπιστευτούν. Με τον τρόπο αυτό, όταν θα προτείνουμε μια πολιτική ή μια θέση, λόγω της εμπιστοσύνης και της αξιοπιστίας που θα έχουμε αποκτήσει, θα μας λαμβάνουν σοβαρά υπόψη. Είναι αναγκαίο να συμμετέχουμε στους καθημερινούς αγώνες της εργατικής τάξης και να χτίζουμε βαθιές ρίζες στα εργατικά στρώματα, πολύ πριν από οποιοδήποτε επαναστατικό ξέσπασμα. 

Από τη μια μεριά οι βασικές δυνάμεις του κόμματος πρέπει να είναι διαρκώς παρούσες στις καθημερινές μάχες που δίνει η εργατική τάξη, ενώ από την άλλη δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο απώτερος στόχος μας είναι η ανατροπή του καθεστώτος και συνολικά του καπιταλιστικού συστήματος στο Ιράν.

Έχοντας αποκτήσει την εμπιστοσύνη των εργαζομένων, το κόμμα μπορεί να αρχίσει να μπαίνει μπροστά και στους αγώνες και να παλεύει για τα αιτήματα και άλλων κοινωνικών κινημάτων, εκμεταλλευόμενων και καταπιεσμένων στρωμάτων της κοινωνίας: των γυναικών, των εθνικών μειονοτήτων και ούτω καθεξής. Η εργατική τάξη πρέπει να είναι σε θέση να παρέχει ένα εναλλακτικό πρόγραμμα απέναντι σε αυτά που παρουσιάζουν οι εκπρόσωποι της άρχουσας τάξης και των μικροαστικών στρωμάτων.

Μάθημα Τρίτο: Μαζικές και ανεξάρτητες εργατικές οργανώσεις

Ένα άλλο λάθος της ιρανικής «Αριστεράς» ήταν η προσπάθεια να βάλει τη δική της σφραγίδα, να επιβάλει το δικό της πρόγραμμα, σε επιτροπές και σε άλλους τύπους ανεξάρτητων εργατικών και μαζικών οργανώσεων (όπως οι γυναικείες οργανώσεις ή τα συμβούλια των φτωχών αγροτών). Αντί να συνεργαστούν όλες αυτές οι επιτροπές, ανεξάρτητα από το ποια ομάδα είχε την πλειοψηφία σε κάθε μια από αυτές ή στον εργασιακό χώρο που εκπροσωπούσαν, ο σεχταρισμός τους αποδυνάμωσε την ενότητα της εργατικής τάξης και το σύνολο της ταξικής πάλης ενάντια στην αστική τάξη. 

Πρέπει να δείξουμε εμπιστοσύνη στις ίδιες τις εργαζόμενες μάζες, να τους επιτρέψουμε να είναι ενεργές, ριζοσπαστικές, να λειτουργούν ανεξάρτητα, να παλεύουν με τις δικές τους δυνάμεις την καπιταλιστική εκμετάλλευση και καταπίεση. Δεν υπάρχει κανένας λόγος για τον οποίο οι διάφορες σοσιαλιστικές και αναρχικές τάσεις δεν μπορούν να δραστηριοποιούνται μαζί σε μια επιτροπή ή ένα συμβούλιο, δεν μπορούν να λειτουργούν ενωτικά στον αγώνα ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα, έχοντας παράλληλα τις πολιτικές τους διαφορές και συζητώντας τες δημοκρατικά.

Η εργατική τάξη πρέπει να έχει τις ανεξάρτητες οργανώσεις της. Ανάλογα με την περίσταση, αυτές μπορεί να είναι εργοστασιακές επιτροπές, Συμβούλια/Σοβιέτ που προσπαθούν να πάρουν στα χέρια τους τον έλεγχο πόλεων, συνδικάτα, κα. Η επιμονή να βρίσκονται αυτές οι οργανώσεις υπό τον έλεγχο μιας και μόνο ομάδας, τελικά τις αποδυνάμωσε και τις κατέστρεψε. Αυτή η τακτική ενίσχυσε την αντεπανάσταση, επιτρέποντάς της να συντρίψει όλες τις επιτροπές και τις οργανώσεις και όχι μόνο εκείνες που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο κάποιας συγκεκριμένης ομάδας. 

Όλα τα μαζικά κινήματα, είτε πρόκειται για κινήματα εργαζομένων, γυναικών, εθνικών μειονοτήτων, κ.ο.κ., πρέπει να ενθαρρυνθούν να αναπτύξουν τις δικές τους ανεξάρτητες οργανώσεις με τη μορφή επιτροπών, συμβουλίων και οποιασδήποτε άλλης μορφής που εξυπηρετεί καλύτερα στους αγώνες τους. Η Αριστερά πρέπει να εγκαταλείψει τον σεχταρισμό της και να υπερασπιστεί την ανεξαρτησία όλων των κοινωνικών κινημάτων. 

Από την επιβίωση στην άνοδο: Κοιτάζοντας προς τα επόμενα επαναστατικά γεγονότα

Το χαρακτηριστικό γνώρισμα του ιρανικού εργατικού κινήματος από την εγκαθίδρυση του ισλαμικού καθεστώτος ήταν η έλλειψη βασικών συνδικαλιστικών και δημοκρατικών δικαιωμάτων. Μετά τη συντριβή του κινήματος των shora της επανάστασης του 1978-79, οι εργαζόμενοι αναγκάστηκαν να συνεχίσουν τις δράσεις τους σε μικρούς παράνομους-μυστικούς κύκλους. Αυτοί οι κύκλοι κατάφεραν να συνεχίσουν τον αγώνα κατά τη διάρκεια του αντιδραστικού κύματος καταστολής, του πολέμου Ιράν-Ιράκ, των διαφόρων αποτυχημένων προσπαθειών για πολιτικές «μεταρρυθμίσεις» και οικονομική «ανασυγκρότηση» και στη συνέχεια, της βελτίωσης των σχέσεων με τον ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό και τους διεθνείς θεσμούς (που εκπροσωπούσαν συνδυασμένα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα).

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι αυτοί οι μυστικοί κύκλοι χρησίμευσαν ως ζωτική μορφή οργάνωσης, ιδιαίτερα στο αποκορύφωμα της καταστολής κατά τη διάρκεια του πολέμου. Συνέχισαν τον αγώνα τους και διέδωσαν τις εμπειρίες δεκαετιών αγώνα σε μια νέα γενιά εργαζομένων. Από τον Μάιο του 2001, ωστόσο, το κίνημα έχει κάνει πολλά βήματα με μεγαλύτερες κινητοποιήσεις. Πολλά συνδικάτα επαναδραστηριοποιήθηκαν (π.χ. οι οδηγοί λεωφορείων στο Vahed και οι εργάτες ζάχαρης στο Haft Tappeh). Συχνά οι αγώνες για απλήρωτους μισθούς (ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα των εργαζομένων) κλιμακώνονταν με καλέσματα για «γενική αντικαπιταλιστική ενωτική δράση» και εργατικού ελέγχου στην παραγωγή.

Η πολιτική και οικονομική κρίση του 1976-78 δημιούργησε τις αντικειμενικές συνθήκες για μια επανάσταση. Όλα εκείνα τα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα που προκάλεσαν την επαναστατική κρίση δεν έχουν επιλυθεί. Όλα έχουν επιδεινωθεί, κυρίως λόγω των ορίων της αναιμικής και μονόπλευρης καπιταλιστικής ανάπτυξης της χώρας, αλλά και της βραχυπρόθεσμης λογικής, του νεποτισμού και της απεριόριστης απληστίας και αλαζονείας των κυρίαρχων κληρικών οικογενειών που επισκιάζει ακόμη και τη διαφθορά της οικογένειας και των αυλικών του Σάχη. Υπάρχουν επίσης πολλά νέα κοινωνικά προβλήματα, ή παλιά προβλήματα που έχουν μεγεθυνθεί. Επομένως, σε μια επόμενη επαναστατική κρίση, πιθανότατα πολύ περισσότεροι άνθρωποι θα θέλουν να συμμετέχουν στο μαζικό κίνημα. 

Παρά το γεγονός ότι η σημερινή καταστολή είναι πολύ χειρότερη από ό,τι ήταν κατά τη διάρκεια του καθεστώτος του Σάχη, τον τελευταίο χρόνο έχουν πραγματοποιηθεί χιλιάδες κινητοποιήσεις και απεργίες: από τους εκπαιδευτικούς, τους νοσηλευτές, τους εργαζόμενους στους δήμους, τους γιατρούς και το υγειονομικό προσωπικό, τους εργαζόμενους στις μεταφορές (λεωφορεία, μετρό και τρένα), τη βιομηχανία τροφίμων, ακόμη και εργαζόμενους στα ορυχεία, τη βαριά βιομηχανία, το πετρέλαιο και τα πετροχημικά κ.ο.κ. Οι συνταξιούχοι πραγματοποιούν επίσης τακτικές διαμαρτυρίες τις Κυριακές. Αυτοί οι αγώνες αποτελούν αντίσταση στη μακροχρόνια κακή οικονομική κατάσταση, τη διαφθορά, την καταστολή και τις κυρώσεις. Επιπλέον, η εγκληματική και ανάλγητη διαχείριση της πανδημίας έχει αυξήσει ακόμη περισσότερο τις κοινωνικές ανισότητες.

Υπάρχει επίσης το διαρκές πρόβλημα των απλήρωτων μισθών, το οποίο φαίνεται να έχει γίνει συνηθισμένη πρακτική του ιρανικού καπιταλισμού. Μια πρακτική που ουσιαστικά σπάει το «συμβόλαιο» μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, αφού ο εργαζόμενος πουλάει την εργατική του δύναμη, αλλά δεν πληρώνεται! Συνήθως πρόκειται για τουλάχιστον δύο ή τρεις μισθούς, αλλά συχνά οι εργαζόμενοι μένουν απλήρωτοι για 12, ή και περισσότερους μήνες. Και οι περισσότεροι από τους «ενόχους» δεν είναι μικρές επιχειρήσεις που αγωνίζονται να πληρώσουν τους εργαζόμενους τους, αλλά κρατικές ή άλλες μεγάλες εταιρείες, συμπεριλαμβανομένων πολλών που ανήκουν στο Pasdaran (τον στρατό των φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης) ή τις πρόσφατα ιδιωτικοποιημένες εταιρείες, που αγοράστηκαν από συγγενείς των ηγετών του καθεστώτος πολύ φθηνότερα από την πραγματική τους αξία! 

Παρόλο που οι απεργίες αυτές ξεκινούν με μετριοπαθή αιτήματα, επειδή το κράτος -ιδίως το Υπουργείο Πληροφοριών και οι δυνάμεις καταστολής- παρεμβαίνουν για να τις συντρίψουν, μπορεί να υπάρξει πολύ γρήγορη κλιμάκωση. Γίνονται μαχητικές διαδηλώσεις που περιλαμβάνουν αποκλεισμούς δρόμων, συγκεντρώσεις σε πόλεις και άλλες μορφές αγώνα. Η εκρηκτική κοινωνικοοικονομική κατάσταση μπορεί γρήγορα να ωθήσει αυτές τις απεργίες σε πολύ ριζοσπαστικές δράσεις και αιτήματα.

Οι πρόσφατες απεργίες των εργατών στην παραγωγή ζάχαρης στο Haft Tappeh ήταν η πιο σημαντική εξέλιξη στο ιρανικό εργατικό κίνημα από τότε που το καθεστώς κατέπνιξε την επανάσταση. Αυτό που τις κάνει ιδιαίτερα σημαντικές είναι το πώς τα τελευταία δύο με τρία χρόνια, το επίπεδο συνείδησης των εργαζομένων αναπτύχθηκε με βάση τον δικό τους αγώνα. Η τελευταία τους απεργία πραγματιποιήθηκε στις 13 Ιουλίου 2021.

Οι κινητοποιήσεις αυτές έχουν αναγκάσει το καθεστώς -μέχρι στιγμής μόνο στα λόγια- να ανακαλέσει τη σχεδιαζόμενη ιδιωτικοποίηση του εργοστασίου. Τώρα οι εργαζόμενοι περιμένουν η υπόσχεση αυτή να πραγματοποιηθεί. Επιπλέον, οι εργαζόμενοι συζητάνε το ενδεχόμενο του εργατικού ελέγχου ως εναλλακτική λύση, τόσο απέναντι στην ιδιωτικοποίηση όσο και στη συνηθισμένη μορφή κρατικής ιδιοκτησίας. Για παράδειγμα, στις 8 Νοεμβρίου του 2018, ο Ισμαήλ Μπαχσί (Esmail Bakhshi), ένας από τους εκπροσώπους τους, δήλωσε ότι οι εργαζόμενοι έχουν δύο επιλογές: 

«Η μία είναι η εταιρεία να διοικείται εξ ολοκλήρου από τους εργαζόμενους. Θα συγκροτήσουμε μια επιτροπή και θα διοικήσουμε το εργοστάσιο στο Haft Tappeh με συμβουλευτικό τρόπο. Μην ανησυχείτε. Υπάρχουν εργαζόμενοι όλων των ειδικοτήτων. Άλλωστε, ποιος άλλος λειτουργεί το εργοστάσιο μέχρι σήμερα; Έχετε εμπιστοσύνη. Έχετε πίστη στον εαυτό σας. Μπορούμε να το διαχειριστούμε μόνοι μας».

Η δεύτερη επιλογή ήταν να αναλάβει το κράτος: 

«… αλλά το κράτος πρέπει να τα κάνει όλα … υπό την εποπτεία του εργατικού συμβουλίου και υπό τη γενική εποπτεία των εργαζομένων». 

Επομένως, το ζήτημα του εργατικού ελέγχου είναι ένα πραγματικό και ζωντανό αίτημα του σημερινού εργατικού κινήματος, μετά από απουσία τεσσάρων δεκαετιών. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι αυτό προέκυψε από την πικρή εμπειρία που είχαν οι εργαζόμενοι τα τελευταία χρόνια και όχι από τη μελέτη κάποιου μαρξιστικού βιβλίου.

Θα πρέπει επίσης να επισημάνουμε τον τρόπο με τον οποίο οι εργαζόμενοι οργάνωσαν τις απεργίες: αξιοποίησαν τόσο τη φανερή και δημόσια, όσο και τη μυστική δράση, με ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων, ενότητα μεταξύ Περσών, Αράβων και εργατών άλλων εθνοτήτων, αμφισβήτηση των αρχών (σε όλα τα επίπεδα) και των μέσων ενημέρωσης, πραγματοποίηση συγκεντρώσεων στην πόλη Σους (Shush) και με συντονισμό ορισμένων διαμαρτυριών με άλλους εργάτες στην επαρχία Κουζεστάν, ιδιαίτερα με τους εργάτες χάλυβα της πόλης Αχβάζ (Ahvaz).

Όλα αυτά είναι προφανώς θετικά βήματα για τη συνείδηση και τους ενωτικούς αγώνες, τα οποία οι εργαζόμενοι χρειάζεται να τα κρατήσουν και να τα αναπτύξουν περαιτέρω, για να μπορέσουν να δώσουν τέτοιους απεργιακούς αγώνες όπως το 1978-79. Ωστόσο, για άλλη μια φορά αναδεικνύεται η απουσία και παράλληλα η ανάγκη για έναν πολιτικό φορέα των εργαζομένων, ένα κόμμα δηλαδή, που να μπορέσει να ενώσει όλους αυτούς τους αγώνες. Ένα κόμμα που να έχει την κατανόηση ότι για να εκπληρωθούν οι διεκδικήσεις των αγώνων και των απεργιών χρειάζεται σύγκρουση με το σύστημα, πρέπει δηλαδή να έχει στόχο την ανατροπή του καπιταλισμού και το χτίσιμο μιας κοινωνίας που δεν θα έχει καμία σχέση με τη σημερινή, μιας κοινωνίας που οι ίδιοι οι εργαζόμενοι και ο λαός θα ορίζουν τις τύχες τους, μιας κοινωνίας σοσιαλιστικής.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Αρέσει σε %d bloggers: