Ήττα του «Τσαβισμού» στις βουλευτικές εκλογές στη Βενεζουέλα

Σχόλιο από το «Ξεκίνημα»

Venezuela-results_3519579b

Οι βουλευτικές εκλογές της 6ης Δεκέμβρη αποτέλεσαν έναν αρνητικό σταθμό στην πορεία που έχει χαράξει η χώρα από την εκλογή του Τσάβες το 1998 και μετά. Συγκεκριμένα, ο δεξιός συνασπισμός «Τραπέζι της Δημοκρατικής Ενότητας», MUD, αναδείχτηκε πρώτος, λαμβάνοντας τις 99 από τις 167 έδρες του Κοινοβουλίου, ενώ το «Ενωμένο Σοσιαλιστικό Κόμμα», PSUV, του Προέδρου Μαδούρο, ακολούθησε με 46 έδρες (η καταμέτρηση δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί γι’ αυτό, τη στιγμή που γράφεται το άρθρο, δεν υπάρχει αναφορά σε ποσοστά).

Είναι η πρώτη φορά μετά από 16 χρόνια που η νεοφιλελεύθερη δεξιά αντιπολίτευση καταφέρνει να κερδίσει μια εκλογική αναμέτρηση.

Το αποτέλεσμα αυτό, παρότι προς το παρόν δεν ανατρέπει το Μαδούρο, ο οποίος συνεχίζει να παραμένει πρόεδρος, δείχνει την τάση αμφισβήτησης του «Τσαβισμού» που αναπτύσσεται στην κοινωνία της Βενεζουέλας, μια τάση που απειλεί τις ριζοσπαστικές, φιλολαϊκές μεταρρυθμίσεις που είχαν παρθεί τα προηγούμενα χρόνια.

Τα τελευταία χρόνια η οικονομία της Βενεζουέλας παρουσιάζει μεγάλα προβλήματα. Η δραματική πτώση των τιμών του πετρελαίου, πάνω στο οποίο βασιζόταν η πολιτική κοινωνικών παροχών του PSUV, έχει προκαλέσει σοβαρές επιπτώσεις στο βιοτικό επίπεδο των εργατικών και λαϊκών μαζών.

Ο πληθωρισμός «καλπάζει» και η ύφεση (που έφτασε το 3% πέρσι, σύμφωνα με τα στοιχεία της κυβέρνησης) βαθαίνει. Η οικονομία βρίσκεται σε ένα τέλμα και οι παρεμβάσεις της κυβέρνησης δεν έχουν καταφέρει να πείσουν την κοινωνία ότι μπορούν να αντιστρέψουν την κατάσταση. Η αντιπολίτευση, εκμεταλλευόμενη την κακή κατάσταση της οικονομίας, παρουσιάστηκε ως ο «σωτήρας» που μπορεί να βάλει τέλος στην κατρακύλα.

Η αρνητική αυτή εξέλιξη πρέπει να συσχετιστεί με το εκλογικό αποτέλεσμα στην Αργεντινή πριν μερικές μέρες, όπου εκεί είχαμε την ανατροπή του «Κιρχνερισμού» από τη δεξιά της χώρας.[1]

Τα τελευταία 20 χρόνια στη Λατινική Αμερική τα λαϊκά στρώματα ανέδειξαν αριστερές ή φιλολαϊκές-κεντροαριστερές κυβερνήσεις, στην προσπάθειά τους να πετύχουν πολιτικές ανατροπές που θα βελτίωναν τις ζωές τους και θα άλλαζαν το καθεστώς που ήθελε ολόκληρη την περιοχή να είναι η κάτω αυλή των ΗΠΑ.

Οι κυβερνήσεις αυτές (άλλες πιο ριζοσπαστικές, όπως στη Βενεζουέλα, άλλες πιο μετριοπαθείς, όπως στην Αργεντινή) προχώρησαν σε ρήξεις με πτυχές του καπιταλιστικού συστήματος (όπως διαγραφή χρέους, εθνικοποιήσεις, χρηματοδότηση του κράτους πρόνοιας κ.α) προσφέροντας σημαντικά οφέλη στους λαούς τους.

Στη Βενεζουέλα, για παράδειγμα, η εποχή Τσάβες «άφησε» πίσω της θετικά επιτεύγματα: μείωση της παιδικής θνησιμότητας, δραστική αύξηση των δαπανών για Υγεία και Παιδεία, μεγάλη μείωση της ανισότητας και της φτώχεια και πολλά άλλα.[2]

Οι αριστερές ή κεντροαριστερές κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής, εκμεταλλευόμενες ευνοϊκές για αυτές οικονομικές συγκυρίες (όπως οι ψηλές τιμές του πετρελαίου και οι εμπορικές τους σχέσεις με τη, μέχρι πρότινος, ραγδαία αναπτυσσόμενη Κίνα) ακολούθησαν ένα μοντέλο άμβλυνσης των πιο «σκληρών» πλευρών του καπιταλιστικού συστήματος.

Επιδίωξαν την ύπαρξη ενός ισχυρού κοινωνικού κράτους, παράλληλα με τον ιδιωτικό τομέα, έχοντας την αυταπάτη ότι μπορεί να υπάρξει «αρμονική» συνύπαρξή των δύο και θεωρώντας ότι ο ιδιωτικός τομέας, θα σεβαστεί το νέο, «περιορισμένο» ρόλο του.

Πρόκειται για μια τραγικά λαθεμένη αντίληψη.

Γιατί το κεφάλαιο δεν πρόκειται ποτέ να δεχτεί κάτι τέτοιο οικειοθελώς. Οι καπιταλιστές, μπορεί να υποχωρήσουν από τις επιδιώξεις τους, λόγω των αρνητικών συσχετισμών δύναμης γι’ αυτούς, αλλά δεν πρόκειται ποτέ να εγκαταλείψουν τους στόχους τους – που είναι η απόλυτη κυριαρχία τους στην οικονομία και ο δραστικός περιορισμός της παρέμβασης του κράτους στην οικονομία και στα κέρδη τους. Υποχρεώθηκαν να αποδεχτούν τις φιλολαϊκές πολιτικές αυτών των κυβερνήσεων, μόνο μέχρι να ανασυνταχτούν και να τις ανατρέψουν. Όλα δείχνουν πως έχουμε φτάσει στο σημείο στο οποίο μια σειρά άρχουσες τάξεις στη Λατινική Αμερική είναι πια σε θέση να εξαπολύσουν την αντεπίθεσή τους και να κερδίσουν.

Το συμπέρασμα που προκύπτει από την εμπειρία της Λατινικής Αμερικής είναι ότι αν η Αριστερά μείνει στα μισά του δρόμου, αν δεν ολοκληρώσει τις ριζοσπαστικές ανατροπές και δεν ανατρέψει συνολικά την εξουσία του κεφαλαίου, τότε μετά από κάποιο σημείο θα ξεκινήσει η αντίστροφη μέτρηση.

 

Αυτό είχε αποδείξει και η εμπειρία από την αριστερή Σοσιαλδημοκρατία στην Ευρώπη στις δεκαετίες μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο: αφού κατάφεραν να προσφέρουν μια σειρά από κοινωνικές παροχές, όπως δημόσια Υγεία και Παιδεία, βελτιωμένο βιοτικό επίπεδο, καλύτερους μισθούς και συντάξεις κλπ, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970, στη συνέχεια ξεκίνησε το ξήλωμα όλων των προηγούμενων κατακτήσεων, μια διαδικασία που ακόμη συνεχίζεται και τη ζούμε απ’ άκρη σ’ άκρη στον πλανήτη.

Αυτά είναι τα διδάγματα της ιστορίας, αλλά οι «αριστεροί» ηγέτες επιμένουν να αρνούνται να δουν την πραγματικότητα.

Ο μόνος δρόμος για τη Βενεζουέλα και τις άλλες χώρες της περιοχής, για να μην ανατραπούν οι κατακτήσεις των προηγούμενων χρόνων, είναι να πατήσουν πάνω στα θετικά της προηγούμενης περιόδου, να προετοιμάσουν τις κοινωνικές δυνάμεις που θα ολοκληρώσουν την σύγκρουση με την εξουσία του κεφαλαίου και να βαδίσουν στο δρόμο του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας.

Αυτό δεν ισχύει μόνο για την Κεντρική και Λατινική Αμερική, ισχύει για όλο τον πλανήτη

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: